ταλαίπωρος
επίθετο1. Που υφίσταται έντονη σωματική ή ψυχική οδύνη λόγω δυσμενών συνθηκών ή γεγονότων.
2. Που έχει υποστεί μακροχρόνια στέρηση, κόπωση ή καταπόνηση, με εμφανή σημάδια ταλαιπωρίας.
Συνώνυμα
αθλιός ταλαιπωρημένος καημένος κακομοίρης άθλιος εξαθλιωμένος δυστυχής δυστυχισμένος κατατρεγμένος άμοιρος αβοήθητος μίζερος εγκαταλελειμμένος πονεμένος θλιμμένος άτυχος φτωχός στερημένος ασθενής
Αντώνυμα
ευτυχής ευτυχισμένος τυχερός χαρούμενος ευδαίμων ευκατάστατος πλούσιος άνετος καλοζωισμένος υγιής λαμπρός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ταλαίπωρος ηλικιωμένος περίμενε στη στάση κάτω από τη βροχή.
- Η ταλαίπωρη μητέρα προσπαθούσε να ηρεμήσει το παιδί.
- Τα ταλαίπωρα ζώα στο καταφύγιο χρειάζονται φροντίδα και φαγητό.
- Αυτό το ταλαίπωρο αυτοκίνητο δεν ξεκινάει πια.
- Μην τον κακολογείς — είναι ταλαίπωρος, πέρασε πολλά.