σύλλογος
ουσιαστικό1. Οργανωμένη ένωση ατόμων που συγκροτείται για την επίτευξη κοινών σκοπών, ενδιαφερόντων ή δραστηριοτήτων, με κανονισμούς και συνήθως με εσωτερική δομή και μέλη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σύλλογος της γειτονιάς οργανώνει καθαρισμό στο πάρκο.
- Ο σύλλογος μπάσκετ της πόλης κέρδισε το πρωτάθλημα.
- Ο σύλλογος γονέων ζήτησε να πραγματοποιηθεί γενική συνέλευση.
- Οι σύλλογοι πολιτισμού του νησιού συνεργάστηκαν για το φεστιβάλ.
- Ο κανονισμός του συλλόγου προβλέπει εκλογές κάθε δύο χρόνια.