σφυροκοπώ
άλλο1. Χτυπώ δυνατά και επανειλημμένα κάτι με σφυρί ή με παρόμοιο εργαλείο.
2. Πλήττω με ένταση και συνεχόμενα ένα πρόσωπο, ένα σύνολο ή έναν στόχο, συχνά με πίεση ή επίθεση.
3. Ενισχύω ή προωθώ κάτι με επίμονες, έντονες ενέργειες ή προσπάθειες.
Συνώνυμα
βομβαρδίζω βαράω ξυλοκοπώ δέρνω ραπίζω μαστιγώνω χτυπώ πυροβολώ βάλλω τσακίζω λιθοβολώ επιτίθεμαι χτυπάω κατατροπώνω συντρίβω πληγώνω καταδιώκω εκμηδενίζω επικρίνω χαστουκίζω ανακρίνω κομματιάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καλλιτέχνης σφυροκοπώ το μέταλλο ώσπου να πάρει το σωστό σχήμα.
- Οι γιατροί σφυροκοπώ με το ειδικό σφυράκι τα γόνατα του ασθενούς για να ελέγξουν τα αντανακλαστικά.
- Το χωριό σφυροκοπώ αδιάκοπα η δυνατή βροχή όλη τη νύχτα.
- Οι δημοσιογράφοι σφυροκοπώ τον υπουργό με ερωτήσεις στη συνέντευξη Τύπου.
- Οι δυνάμεις του πυροβολικού σφυροκοπώ τις εχθρικές θέσεις για ώρες.