σφράγισμα
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της σφράγισης, δηλαδή το κλείσιμο ή η στεγανοποίηση μιας σχισμής, πόρτας, δοχείου ή εγγράφου με σκοπό την αποτροπή εισόδου, διαφυγής ή παραποίησης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανα σφράγισμα στο δόντι μου χθες γιατί είχα μεγάλη τερηδόνα.
- Το σφράγισμα του συμβολαίου πιστοποίησε την εγκυρότητά του.
- Έγινε σφράγισμα των εισόδων του κτιρίου για λόγους ασφαλείας.
- Το σφράγισμα στο διαβατήριο απέδειξε την είσοδο στη χώρα.
- Το σφράγισμα των βάζων εξασφαλίζει τη διατήρηση των τροφίμων.