συντρόφισσα
ουσιαστικό1. Γυναίκα που συνδέεται στενά με άλλο άτομο με σχέση αγάπης, αμοιβαίας στήριξης ή κοινής συμβίωσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συντρόφισσα του τον υποστήριζε σε κάθε δύσκολη στιγμή.
- Η συντρόφισσα στο συνέδριο ανέπτυξε την πολιτική πρόταση.
- Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, η συντρόφισσα μου έγινε πολύ καλή φίλη.
- Στον εμφύλιο, κάθε συντρόφισσα είχε συγκεκριμένη αρμοδιότητα.
- Καλημέρα συντρόφισσα, πώς πάνε οι εργασίες;