συνοδεύω

ρήμα

1. Πηγαίνω μαζί με κάποιον ή κάτι για να τον/το συνοδεύσω σε μια διαδρομή, μετακίνηση ή εκδήλωση.

2. Βρίσκομαι δίπλα σε κάποιον για υποστήριξη, ασφάλεια ή παρέα.

3. Συμμετέχω μαζί με κάποιον σε μια δραστηριότητα, πορεία ή διαδικασία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Θα συνοδεύω την αδελφή μου στο αεροδρόμιο αύριο.
  • Ο πιανίστας συνοδεύει τη σοπράνο στο τραγούδι της.
  • Η δασκάλα συνοδεύει πάντα τους μαθητές της στις εκδρομές.
  • Το έγγραφο συνοδεύεται από φωτοτυπία της ταυτότητας.
  • Η μητέρα μου θα με συνοδεύσει στον γιατρό.
  • Η μουσική συνοδεύει την ταινία σε όλη τη διάρκεια.