συνθλίβω
ρήμα1. Ασκώ πολύ ισχυρή πίεση ή δύναμη σε κάποιο αντικείμενο ή υλικό με αποτέλεσμα αυτό να παραμορφωθεί, να σπάσει ή να διαλυθεί σε μικρότερα κομμάτια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φθινόπωρο συνθλίβω τα σταφύλια για να φτιάξω κρασί.
- Πατάω δυνατά το κουτί αλουμινίου και το συνθλίβω με το πόδι.
- Στον αγώνα ο καλύτερος παίκτης συνθλίβει την αντίπαλη ομάδα με μεγάλη διαφορά.
- Οι φόροι και τα χρέη συνθλίβουν τις μικρές επιχειρήσεις.
- Η είδηση με συνθλίβει· νιώθω σαν να καταρρέω.