συνηγορώ
ρήμα1. Εκφράζω ή διατυπώνω επιχειρήματα και απόψεις με σκοπό την προώθηση της αποδοχής ενός προσώπου, μιας ιδέας ή μιας πρότασης.
Συνώνυμα
υποστηρίζω υπερασπίζομαι ευνοώ επικροτώ στηρίζω συντάσσομαι τάσσομαι συμπαραστέκομαι προωθώ εγγυώμαι συγκατατίθεμαι συνιστώ συνυπογράφω τεκμηριώνω πλασάρω προμοτάρω υποστηρίζομαι ψηφίζω επιδοκιμάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ως δικηγόρος, συνηγορώ υπέρ του πελάτη μου στο δικαστήριο.
- Με τα νέα στοιχεία, συνηγορώ υπέρ της αθωότητάς του.
- Μετά την έρευνα, συνηγορώ ότι πρέπει να αλλάξουμε την πολιτική μας.
- Δεν συνηγορώ στην πρόταση που εισηγήθηκε το διοικητικό συμβούλιο.
- Ως ακτιβιστής, συνηγορώ υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος.