συνεννοούμαι
ρήμα1. Συζητώ ή επικοινωνώ με άλλους με σκοπό την αμοιβαία κατανόηση και την επίτευξη συμφωνίας ή κοινής απόφασης.
2. Κανονίζω ή συντονίζω ενέργειες, λεπτομέρειες ή σχέδια με άλλους μέσω διαλόγου.
Συνώνυμα
επικοινωνώ συντονίζομαι συζητώ συμφωνώ κανονίζω συνεργάζομαι συνδιαλέγομαι απευθύνομαι συναποφασίζω συμβουλεύομαι μιλώ ρυθμίζω προγραμματίζω συμφιλιώνομαι διακανονίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με τον αδερφό μου συνεννοούμαι καλύτερα όταν συναντιόμαστε από κοντά.
- Δυστυχώς δεν συνεννοούμαι εύκολα με τον νέο διευθυντή, γιατί έχουμε διαφορετικό τρόπο εργασίας.
- Θα συνεννοούμαι με το συνεργείο για την παράδοση μέχρι την Παρασκευή.
- Κάθε πρωί συνεννοούμαι με την ομάδα μέσω τηλεδιάσκεψης για τα επόμενα βήματα.
- Όταν μιλάμε στο τηλέφωνο, προσπαθώ να συνεννοούμαι καθαρά για να αποφύγουμε παρεξηγήσεις.