συνεκτικός
επίθετο1. Που έχει ικανότητα να συγκρατεί τα επιμέρους στοιχεία του, ώστε να σχηματίζεται ένα ενιαίο, σταθερό σύνολο και να μην διαχωρίζονται εύκολα.
Συνώνυμα
συνδετικός συσπειρωτικός συγκροτημένος συνεπής συστηματικός συγκολλητικός συμπαγής λογικός σαφής αρμονικός κολλητικός συμμετρικός συγκεκριμένος ενιαίος στέρεος στερεός ομοιογενής
Αντώνυμα
ασύνδετος ασυνεκτικός ασυνάρτητος ασυνεχής διασπαστικός διαλυτικός αντιφατικός αδόμητος ατακτικός ασαφής ασυνεπής αδιάρθρωτος διαλυμένος συγκεχυμένος αποσπασμένος αποσπασματικός κατακερματισμένος αποκομμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Το επιχείρημά του ήταν συνεκτικό και πειστικό.
- Η ομάδα χρειάζεται συνεκτική ηγεσία για να λειτουργήσει σωστά.
- Το υλικό σχηματίζει ένα συνεκτικό στρώμα που δεν διαλύεται εύκολα.
- Οι συνεκτικοί δεσμοί μεταξύ των κατοίκων διατηρούν την κοινωνική συνοχή.
- Το κείμενο είναι περιγραφικό αλλά όχι συνεκτικό, γι' αυτό μπερδεύει τον αναγνώστη.