συναθροίζω
ρήμα1. Φέρνω μαζί άτομα, αντικείμενα ή στοιχεία ώστε να σχηματίσουν ενιαίο σύνολο ή να βρεθούν στον ίδιο χώρο.
2. Συνδυάζω ή προσθέτω στοιχεία ή ποσότητες, με αποτέλεσμα την παραγωγή συνολικού αθροίσματος ή συσσώρευσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε Κυριακή συναθροίζω φίλους στην πλατεία.
- Στο παλιό κουτί συναθροίζω παλιά γράμματα και φωτογραφίες.
- Πριν το συμπέρασμα, συναθροίζω όλα τα δεδομένα της έρευνας.
- Στο λογιστικό φύλλο συναθροίζω τα έξοδα του μήνα.
- Πρέπει να συναθροίζω τις γνώμες όλων πριν πάρω την απόφαση.