συνήγορος

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που εκπροσωπεί και υπερασπίζεται νομικά τα δικαιώματα και τα συμφέροντα άλλου ενώπιον δικαστηρίων ή άλλων αρμόδιων αρχών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο συνήγορος υπεράσπισης ζήτησε αναβολή για να προετοιμαστεί η υπόθεση.
  • Ο συνήγορος του Πολίτη εξέτασε την καταγγελία για κακοδιοίκηση.
  • Η συνήγορος της οικογένειας μίλησε με τους γονείς για τα δικαιώματα του παιδιού.
  • Οι συνήγοροι της βιώσιμης ανάπτυξης διοργάνωσαν συγκέντρωση ενημέρωσης.
  • Έγινε συνήγορος των φτωχών στην τοπική κοινωνία.