συμβατότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα στοιχεία μπορούν να συνυπάρχουν, να συνεργάζονται ή να λειτουργούν μαζί χωρίς ασυμφωνίες ή συγκρούσεις.
Συνώνυμα
ταίριασμα ταιριασμός συμφωνία εναρμόνιση συναρμογή χημεία αρμονία συνύπαρξη ευρυθμία ευθυγράμμιση ομοιομορφία ομοιότητα συνάφεια συμμόρφωση
Αντώνυμα
ασυμβατότητα αταίριασμα αντίφαση ασυμφωνία διαφωνία σύγκρουση αντίθεση ακαταλληλότητα παρέκκλιση αντινομία ασυνέπεια
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμβατότητα του νέου προγράμματος με το παλιό σύστημα είναι πλήρης.
- Πριν την εγκατάσταση, πρέπει να ελέγξεις τη συμβατότητα της συσκευής με το λειτουργικό.
- Η συμβατότητα των χαρακτήρων τους έκανε τη συνεργασία εύκολη.
- Σε ένα ζευγάρι, η συμβατότητα αξιών και στόχων παίζει μεγάλο ρόλο.
- Το λογισμικό ενημερώθηκε ώστε να βελτιωθεί η συμβατότητα με περισσότερα μοντέλα.
- Η χημική συμβατότητα των δύο ουσιών ελέγχθηκε πριν από τη μίξη.