συγκλίνω

ρήμα

1. Κατευθύνω ή φέρνω άτομα, αντικείμενα, γραμμές ή δυνάμεις προς ένα κοινό σημείο ή κοινή κατεύθυνση.

2. Πλησιάζω ή κάνω να πλησιάσουν σε κοινό σημείο ή όριο· τείνω προς κάποιο αποτέλεσμα (για μαθηματικές ακολουθίες, σειρές ή συναρτήσεις).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα μονοπάτια συγκλίνουν προς την πλατεία.
  • Οι ειδικοί συγκλίνουν ότι τα μέτρα πρέπει να συνεχιστούν.
  • Η ακολουθία των αριθμών συγκλίνει στο 0.
  • Οι προσπάθειες των ομάδων συγκλίνουν στον ίδιο στόχο.
  • Οι μετρήσεις από διαφορετικά όργανα συγκλίνουν σε παρόμοιες τιμές.