στόχος
ουσιαστικό1. Επιδιωκόμενο αποτέλεσμα ή κατάληξη μιας πράξης, σχεδίου ή προσπάθειας προς την οποία κατευθύνονται ενέργειες και πόροι.
2. Αντικείμενο, σημείο ή επιφάνεια προς το οποίο κατευθύνεται βολή, ρίψη, παρατήρηση ή μέτρηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο στόχος στη σκοποβολή βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο.
- Ο κύριος στόχος του προγράμματος είναι η μείωση των εκπομπών.
- Ο πρωθυπουργός έγινε στόχος σκληρής κριτικής.
- Θέσαμε έναν υψηλό στόχο για τις πωλήσεις του επόμενου τριμήνου.
- Οι στόχοι της εκστρατείας ανακοινώθηκαν χθες.