στρεσαρισμένος
επίθετοΠου βιώνει ή παρουσιάζει αυξημένη ψυχολογική ή σωματική ένταση λόγω εξωτερικών ή εσωτερικών πιέσεων, εμφανίζοντας αίσθημα ανησυχίας, ευερεθιστότητας, δυσκολία συγκέντρωσης και άλλες αντιδράσεις που υποδεικνύουν επιβάρυνση από στρες.
Συνώνυμα
αγχωμένος τεταμένος αγχώδης πιεσμένος ταραγμένος αναστατωμένος νευρικός ζορισμένος τεντωμένος ανήσυχος εκνευρισμένος σφιγμένος στριμωγμένος υπερφορτωμένος καταβεβλημένος επιβαρυμένος αγωνιώδης ενοχλημένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι στρεσαρισμένος από τις επαγγελματικές υποχρεώσεις.
- Είναι στρεσαρισμένη πριν τις εξετάσεις και δεν κοιμάται καλά.
- Το σκυλί φαίνεται στρεσαρισμένο όταν ακούει δυνατούς θορύβους.
- Τα φυτά στο θερμοκήπιο είναι στρεσαρισμένα λόγω της παρατεταμένης ξηρασίας.
- Είμαστε στρεσαρισμένοι επειδή τρέχουμε με πολλές προθεσμίες.