στοχαστικός

επίθετο

1. Που εκδηλώνει ή χαρακτηρίζεται από βαθιά, προσεκτική σκέψη και έντονο προβληματισμό.

2. Που εμπεριέχει ή βασίζεται σε τυχαία ή πιθανοτική συμπεριφορά, όπως σε μαθηματικά και στατιστικά μοντέλα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθηγητής έκανε ένα στοχαστικό σχόλιο για τις συνέπειες της απόφασης.
  • Πέρασε ένα στοχαστικό απόγευμα, σκεπτόμενος όσα είχαν συμβεί.
  • Το άρθρο έχει έναν στοχαστικό τόνο, χωρίς να δίνει εύκολες απαντήσεις.
  • Η συγγραφέας είναι γνωστή για το στοχαστικό ύφος της γραφής της.
  • Στα μαθηματικά, χρησιμοποιούμε στοχαστικό μοντέλο για να περιγράψουμε τυχαίες μεταβολές.
  • Η ομάδα ανέπτυξε ένα στοχαστικό σύστημα πρόβλεψης της ζήτησης.