στάσιμότητα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία κάτι παραμένει σε θέση ή κατάσταση χωρίς σημαντική κίνηση, μετακίνηση ή μεταβολή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η στάσιμότητα της οικονομίας ανησυχεί τους επενδυτές.
  • Η στάσιμότητα των μισθών μειώνει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
  • Η στάσιμότητα του νερού στη λίμνη προκάλεσε μόλυνση και αυξημένη ανάπτυξη φυκιών.
  • Στην εταιρεία επικρατεί στάσιμότητα στην εξέλιξη των προϊόντων, παρόλο που υπάρχει ζήτηση.
  • Η στάσιμότητα στην προσωπική του εξέλιξη τον έκανε να αναζητήσει νέα ερεθίσματα.