σπλαχνικότητα
ουσιαστικόΙδιότητα ή κατάσταση του να συγκινείται κανείς από τα βάσανα, τις ανάγκες ή τις δυσκολίες άλλων και να ανταποκρίνεται με ευαισθησία, φροντίδα και προσπάθεια ανακούφισης.
Συνώνυμα
συμπόνια έλεος ευσπλαχνία ευσπλαχνισμός οίκτος οικτιρμός ανθρωπιά καλοσύνη καλοκαρδία συμπάθεια φιλανθρωπία στοργή ανθρωπισμός χάρη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σπλαχνικότητα της μητέρας προς το κακοποιημένο παιδί ήταν εμφανής.
- Ο δικαστής επέδειξε σπλαχνικότητα και μείωσε την ποινή του παραβάτη.
- Στις προσευχές ζητούμε τη σπλαχνικότητα του Θεού.
- Η κοινωνική πρόνοια χρειάζεται σπλαχνικότητα απέναντι στους απόρους.
- Ένιωσα βαθιά σπλαχνικότητα για τους πρόσφυγες που είδα στην τηλεόραση.