σούμα

ουσιαστικό

1. Το συνολικό αποτέλεσμα ή ποσό που προκύπτει από τη σύνθεση ή το άθροισμα μερών ή στοιχείων.

2. Μεταφορικά, το τελικό συμπέρασμα ή η ουσία ενός συλλογισμού, παρουσίασης ή κατάστασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

λεπτομέρεια μικρολεπτομέρεια ανάλυση διεξοδικότητα αναλυτικότητα εξειδίκευση

Παραδείγματα χρήσης

  • Στη σούμα, όλα τα έξοδα ανέρχονται σε τριακόσια ευρώ.
  • Η σούμα των ψήφων έδειξε καθαρή νίκη για το κόμμα.
  • Πριν κοιμηθούμε ήπιαμε λίγη σούμα από το χωριό.
  • Η σούμα της υπόθεσης είναι ότι πρέπει να προσέξουμε τον προϋπολογισμό.
  • Βάλε όλα τα νούμερα στο τραπέζι και πες μου τη σούμα.