σκεπάζω
ρήμα1. Τοποθετώ πάνω σε κάτι ύφασμα, στέγη, κάλυμμα ή άλλο υλικό, ώστε να το προφυλάξω, να το κρύψω ή να εμποδίσω την άμεση επαφή με το περιβάλλον.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε βράδυ σκεπάζω το μωρό με μια ζεστή κουβέρτα.
- Το πρωί, το χιόνι σκεπάζει τα πάντα στον κήπο.
- Προσπάθησαν να σκεπάσουν το σκάνδαλο με ψεύτικες αποδείξεις.
- Το ασφαλιστήριο δεν σκεπάζει τις βλάβες από φυσικές καταστροφές.
- Έβαλαν μια τέντα που σκεπάζει ολόκληρο το γήπεδο.