σιγουρεύομαι
ρήμα1. Διενεργώ έλεγχο ή επαλήθευση για κάποιο γεγονός, κατάσταση ή πληροφορία, με σκοπό να διαπιστώσω την ορθότητα ή την εγκυρότητά της.
Συνώνυμα
βεβαιώνομαι βεβαιούμαι επιβεβαιώνομαι επαληθεύομαι διαβεβαιώνομαι επαληθεύω ελέγχω διαπιστώνω διασταυρώνω εξασφαλίζω διασφαλίζω τσεκάρω ελέγχομαι διασφαλίζομαι εξασφαλίζομαι εξετάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πριν φύγω, σιγουρεύομαι ότι έκλεισα τις ηλεκτρικές συσκευές.
- Κάθε πρωί σιγουρεύομαι πως το κλειδί είναι στην τσέπη μου.
- Πριν στείλω την αίτηση, σιγουρεύομαι για την ορθότητα των στοιχείων.
- Όταν ταξιδεύουμε, σιγουρεύομαι ότι τα παιδιά έχουν τα απαραίτητα έγγραφα.
- Ακόμα κι αν νομίζω ότι ξέρω, πάντα σιγουρεύομαι ότι δεν κάνω λάθος.