σαπισμένος
επίθετοΠου έχει υποστεί αποσύνθεση ή έχει αλλοιωθεί από την παραμονή σε υγρό ή ακατάλληλο περιβάλλον, με αποτέλεσμα να έχει χάσει τη φρεσκάδα, τη στερεότητά του ή την κανονική του μορφή.
Συνώνυμα
σάπιος διεφθαρμένος κατεστραμμένος φθαρμένος βρωμερός φθαρτός μουχλιασμένος χαλασμένος υποβαθμισμένος αλλοιωμένος αποσαθρωμένος μολυσμένος μπαγιάτικος παλαιωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μήλο ήταν σαπισμένο και το πέταξα.
- Βρήκαν ένα σαπισμένο ξύλο στην αυλή.
- Η γεύση του ψαριού ήταν σαπισμένη, οπότε δεν το έφαγα.
- Ο παλιός φράχτης είχε γίνει σαπισμένος από την υγρασία.
- Το μαρούλι είχε σαπισμένα φύλλα και δεν ήταν πια για χρήση.