ραθυμία

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή τάση για αδράνεια και απροθυμία προς δράση, με αισθητή έλλειψη ενεργητικότητας, πρωτοβουλίας και κινητοποίησης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ραθυμία του φοιτητή εμπόδιζε την πρόοδό του.
  • Μετά την περίοδο εργασίας ένιωσε ραθυμία και αναζητούσε ξεκούραση.
  • Η ραθυμία της αγοράς οφείλεται στην αβεβαιότητα.
  • Προσπάθησε να νικήσει την ραθυμία με μικρούς καθημερινούς στόχους.
  • Μια διάχυτη ραθυμία επικρατούσε στην παρέα εκείνο το απόγευμα.