ραθυμία
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή τάση για αδράνεια και απροθυμία προς δράση, με αισθητή έλλειψη ενεργητικότητας, πρωτοβουλίας και κινητοποίησης.
Συνώνυμα
οκνηρία τεμπελιά αδράνεια νωθρότητα απραξία ραστώνη ληθαργία ανενεργότητα αεργία ατονία ατολμία αναβλητικότητα υπνηλία αδιαφορία χαλαρότητα χασομέρα βαρεμάρα
Αντώνυμα
δραστηριότητα εργατικότητα ενεργητικότητα φιλοπονία παραγωγικότητα επιμέλεια ζήλος εγρήγορση ζωντάνια σπιρτάδα ενέργεια επιμονή φιλοδοξία επινοητικότητα φόρα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ραθυμία του φοιτητή εμπόδιζε την πρόοδό του.
- Μετά την περίοδο εργασίας ένιωσε ραθυμία και αναζητούσε ξεκούραση.
- Η ραθυμία της αγοράς οφείλεται στην αβεβαιότητα.
- Προσπάθησε να νικήσει την ραθυμία με μικρούς καθημερινούς στόχους.
- Μια διάχυτη ραθυμία επικρατούσε στην παρέα εκείνο το απόγευμα.