ρίσκο
ουσιαστικό1. Πιθανότητα ή δυνατότητα να προκύψει ζημία, απώλεια, βλάβη ή ανεπιθύμητο αποτέλεσμα από μία ενέργεια, απόφαση ή κατάσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ρίσκο στην επένδυση ήταν μεγάλο, αλλά το κέρδος αποζημίωσε.
- Δεν αξίζει το ρίσκο να βγεις έξω με τόσο κακό καιρό.
- Πρέπει να πάρεις ένα ρίσκο αν θέλεις να ξεκινήσεις τη δική σου επιχείρηση.
- Η θεραπεία έχει κάποιο ρίσκο, αλλά είναι η καλύτερη επιλογή.
- Η εταιρεία μείωσε το ρίσκο μέσω διαφοροποίησης του χαρτοφυλακίου.