πωλώ
ρήμα1. Πραγματοποιώ τη μεταβίβαση της κυριότητας ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας έναντι χρηματικής ή άλλης ανταλλαγής.
2. Προσφέρω ή εκθέτω κάτι προς πώληση με σκοπό την απόκτησή του από τρίτο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ πωλώ το παλιό μου ποδήλατο στο διαδίκτυο.
- Στο μαγαζί μου πωλώ φρέσκα ψωμιά κάθε πρωί.
- Αυτή την περίοδο πωλώ το σπίτι των γονιών μου.
- Μέσω της παρουσίασης πωλώ τις υπηρεσίες της εταιρείας στους πελάτες.
- Δεν πωλώ τις αξίες μου για λίγα χρήματα.