πυροδότηση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή διαδικασία κατά την οποία ενεργοποιείται ή προκαλείται η έκρηξη ή η λειτουργία ενός εκρηκτικού μηχανισμού, βολίδας ή άλλου οπλικού συστήματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πυροδότηση της βόμβας προκάλεσε εκτεταμένες υλικές ζημιές.
- Η πυροδότηση του κινητήρα οφείλεται στα μπουζί.
- Η πυροδότηση των συγκρούσεων στην πλατεία συνέβη μετά τη βίαιη επέμβαση.
- Η πυροδότηση των νευρώνων καταγράφηκε κατά τη διάρκεια του πειράματος.
- Η πυροδότηση του αισθητήρα ενεργοποίησε το σύστημα συναγερμού.