πρόσκομμα
ουσιαστικό1. Κατάσταση, αντικείμενο ή περιστατικό που εμποδίζει την πρόοδο, την κίνηση ή την ολοκλήρωση μιας ενέργειας, προκαλώντας καθυστέρηση ή δυσχέρεια.
2. Μικρή δυσκολία ή εμπλοκή που δημιουργεί προσωρινή αναστάτωση στην εκτέλεση ενός σχεδίου ή έργου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο μονοπάτι υπήρχε ένα πρόσκομμα που προκάλεσε την πτώση.
- Η έλλειψη χρηματοδότησης αποτέλεσε πρόσκομμα για την υλοποίηση του σχεδίου.
- Ένα γραφειοκρατικό πρόσκομμα καθυστέρησε την έκδοση της άδειας.
- Ο φόβος αποτυχίας ήταν το μεγαλύτερο πρόσκομμα στην καριέρα του.
- Τα προσκόμματα που αντιμετώπισε η ομάδα ήταν κυρίως τεχνικά.