πρωτοκλασάτος
επίθετοΠου ανήκει στην πιο προβεβλημένη, επιτυχημένη ή υψηλού κύρους κατηγορία σε έναν χώρο, ομάδα ή δραστηριότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι ένας πρωτοκλασάτος ποδοσφαιριστής που κάνει τη διαφορά σε κάθε αγώνα.
- Η εταιρεία συνεργάζεται με πρωτοκλασάτους επιστήμονες στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.
- Το ξενοδοχείο προσφέρει πρωτοκλασάτη εξυπηρέτηση και πολυτελή δωμάτια.
- Στο φεστιβάλ εμφανίστηκαν πρωτοκλασάτες καλλιτέχνιδες από όλο τον κόσμο.
- Για την εκδήλωση κάλεσαν πρωτοκλασάτους σεφ και μουσικούς.