προφύλαξη
ουσιαστικό1. Πράξη ή μέτρο που λαμβάνεται για να αποτραπεί κίνδυνος, βλάβη ή ανεπιθύμητη κατάσταση.
2. Μέσο, συσκευή ή διάταξη που τοποθετείται ή χρησιμοποιείται για την προστασία από κινδύνους ή ζημιές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η προφύλαξη κατά των μτυκήσεων είναι απαραίτητη στους χώρους υγείας.
- Πήρε κάθε προφύλαξη πριν ανεβεί στην στέγη για να επισκευάσει την κεραία.
- Χρησιμοποίησαν προφύλαξη για να αποφύγουν ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη.
- Έβαλε μια προφύλαξη στην οθόνη του τηλεφώνου για να μην χαραχθεί.
- Η προφύλαξη των προσωπικών δεδομένων πρέπει να είναι προτεραιότητα για την εταιρεία.