προτιμάω

ρήμα

1. Επιλέγω ένα από δύο ή περισσότερα αντικείμενα, πρόσωπα ή ενέργειες ως προτιμότερο σε σχέση με τα υπόλοιπα.

2. Εκφράζω ή δηλώνω προτίμηση για κάτι λόγω γεύσης, άνεσης, ωφελειών ή συνήθειας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στον καφέ προτιμάω τον σκέτο χωρίς ζάχαρη.
  • Όταν ταξιδεύω, προτιμάω το τρένο γιατί είναι πιο άνετο.
  • Σε βραδιές με ταινίες προτιμάω τις ελληνικές.
  • Μερικές φορές προτιμάω να μένω σπίτι παρά να βγαίνω.
  • Αν έχουμε επιλογή, προτιμάω το μπλε χρώμα.