προσόν
ουσιαστικό1. Ικανότητα, γνώση, εμπειρία ή χαρακτηριστικό που καθιστά ένα άτομο κατάλληλο ή ικανό για μια θέση, εργασία ή δραστηριότητα.
2. Έγγραφο, πιστοποίηση ή απόδειξη που πιστοποιεί την κατοχή της αντίστοιχης ικανότητας ή εξειδίκευσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πτυχίο είναι σημαντικό προσόν για τη θέση.
- Η υπομονή είναι πολύτιμο προσόν για έναν δάσκαλο.
- Η γνώση ξένων γλωσσών αποτελεί ανταγωνιστικό προσόν στην αγορά εργασίας.
- Τα τεχνικά προσόντα του υποψηφίου περιλαμβάνουν προγραμματισμό και σχεδιασμό.
- Δεν έχει το απαραίτητο προσόν για να αναλάβει τη θέση.
- Η εθελοντική του εμπειρία στο βιογραφικό ήταν ένα ακόμα προσόν που τον βοήθησε.