προσανατολίζω

ρήμα

1. Τοποθετώ ή ρυθμίζω την κατεύθυνση ενός αντικειμένου ή συσκευής ώστε να ευθυγραμμίζεται με συγκεκριμένο σημείο, άξονα ή προσανατολισμό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Προσανατολίζω την πυξίδα ώστε να δείχνει προς τον βορρά.
  • Προσανατολίζω τον χάρτη ώστε ο βορράς να δείχνει προς τα πάνω.
  • Προσανατολίζω τους μαθητές στην επιλογή μαθημάτων και καριέρας.
  • Προσανατολίζω την επιχείρηση προς προϊόντα υψηλής ποιότητας.
  • Προσανατολίζω την έρευνά μου στην ανάπτυξη βιώσιμων λύσεων.