προετοιμασμένος
επίθετο1. Που έχει υποβληθεί σε κατάλληλες ενέργειες ή έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί σε μια συγκεκριμένη κατάσταση ή δραστηριότητα.
Συνώνυμα
έτοιμος ετοιμασμένος φτιαγμένος διαβασμένος εξοπλισμένος οργανωμένος προνοημένος ετοιμοπόλεμος παρασκευασμένος εφοδιασμένος εξασφαλισμένος εκπαιδευμένος εξασκημένος επιμελημένος διατεθειμένος οπλισμένος προγραμματισμένος
Αντώνυμα
απροετοίμαστος ανέτοιμος έκπληκτος αδιάβαστος ανοργάνωτος ακατάρτιστος αφοπλισμένος ανεκπαίδευτος ανεπαρκής ακατάλληλος απρογραμμάτιστος άναυδος
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι προετοιμασμένος για την εξέταση αύριο.
- Οι διασώστες είναι προετοιμασμένοι να επέμβουν σε περίπτωση σεισμού.
- Το γεύμα είναι προετοιμασμένο και περιμένει στο τραπέζι.
- Η Μαρία ήταν προετοιμασμένη για τα νέα που θα άκουγε.
- Έχουμε όλα τα έγγραφα προετοιμασμένα πριν τη συνάντηση.