προδιάθεση

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ή κατάσταση που προσδίδει σε άτομο ή οργανισμό φυσική, γενετική ή ψυχολογική τάση να αναπτύξει συγκεκριμένη συμπεριφορά, αντίδραση ή νόσημα υπό ορισμένες συνθήκες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η προδιάθεση για διαβήτη είναι εμφανής στο οικογενειακό ιστορικό.
  • Η προδιάθεση του παιδιού προς τη μουσική φάνηκε από νωρίς.
  • Έχεις μια θετική προδιάθεση σήμερα, φαίνεσαι πιο αισιόδοξος.
  • Οι ξηρές και ζεστές συνθήκες δημιουργούν προδιάθεση για πυρκαγιές.
  • Η προδιάθεση του δείγματος μπορεί να αλλοιώσει τα αποτελέσματα της έρευνας.