πνίγομαι
ρήμα1. Χάνω την ικανότητα να αναπνέω και κινδυνεύω από ασφυξία, συχνά λόγω εισροής νερού ή απόφραξης των αεραγωγών.
2. Υποφέρω έντονη αναπνευστική δυσφορία εξαιτίας εισπνοής καπνού, αερίων ή άλλων βλαβερών ουσιών.
Συνώνυμα
ασφυκτιώ πνίγω καταπνίγομαι βυθίζομαι καταπιέζομαι σκαλώνω κατακλύζομαι βουλιάζω βασανίζομαι θλίβομαι καταποντίζομαι καταστέλλομαι παρασέρνομαι πλημμυρίζω φιμώνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο νερό πνίγομαι όταν δεν κολυμπάω καλά.
- Όταν καταπίνω απότομα, πνίγομαι με το φαγητό.
- Στον καπνό πνίγομαι και δεν μπορώ να αναπνεύσω.
- Μετά την είδηση πνίγομαι από τη στενοχώρια.
- Από τα χρέη πνίγομαι και νιώθω ασφυκτικά.