πλοίο

ουσιαστικό

Υδάτινο μέσο μεταφοράς που πλέει στη θάλασσα, σε ποτάμια ή σε λίμνες, με κύτος και κατάστρωμα, σχεδιασμένο για τη μεταφορά ανθρώπων, εμπορευμάτων ή εξοπλισμού και για την εκτέλεση ναυτικών εργασιών.

Συνώνυμα

καράβι βαπόρι σκάφος πλεούμενο φεριμπότ πορθμείο φρεγάτα αντιτορπιλικό θωρηκτό κορβέτα καταδρομικό κρουαζιερόπλοιο δεξαμενόπλοιο φορτηγόπλοιο σκάφη πλοιάριο καΐκι βάρκα βαρκάκι βαποράκι γαλέρα διαστημόπλοιο σκεύος όχημα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το πλοίο αναχώρησε από το λιμάνι στις οκτώ.
  • Ένα φορτηγό πλοίο μετέφερε κοντέινερ στο λιμάνι.
  • Το πλοίο του πολεμικού ναυτικού περιπολούσε στην περιοχή.
  • Το πλοίο ασφαλίστηκε για όλους τους κινδύνους του ταξιδιού.
  • Η ζωή του μοιάζει με πλοίο που ταξιδεύει σε αβέβαιες θάλασσες.