πλήρωμα

ουσιαστικό

1. Σύνολο των προσώπων που υπηρετούν και εκτελούν τις λειτουργίες σε ένα πλοίο, αεροσκάφος ή άλλο μεταφορικό μέσο.

2. Σύνολο των προσώπων που απαρτίζουν ένα οργανωμένο τμήμα ή ομάδα και εκτελούν συγκεκριμένες εργασίες ή υπηρεσίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το πλήρωμα του πλοίου εργάστηκε χωρίς διακοπή για την ασφαλή πρόσδεση.
  • Το πλήρωμα της πτήσης ενημέρωσε τους επιβάτες για την καθυστέρηση.
  • Ο οδοντίατρος τοποθέτησε ένα πλήρωμα στο χαλασμένο δόντι.
  • Στο κήρυγμά του αναφέρθηκε στο πλήρωμα της Εκκλησίας που είχε συγκεντρωθεί.
  • Κατά το πλήρωμα του χρόνου, όλα τα γεγονότα θα γίνουν γνωστά.