πλάτωμα
ουσιαστικό1. Επίπεδη ή σχετικά επίπεδη έκταση γης σε ορεινό ή λοφώδες ανάγλυφο, συνήθως μικρής έκτασης, που δημιουργείται ανάμεσα σε επικλινείς επιφάνειες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο πλάτωμα του βουνού στήσαμε τη σκηνή.
- Πριν το σούρουπο φτάσαμε σε ένα πλάτωμα όπου ξεκουραστήκαμε.
- Ο οδηγός σταμάτησε στο πλάτωμα του δρόμου για να ελέγξει τα φώτα.
- Νιώθω ότι η μάθησή μου έχει φτάσει σε ένα πλάτωμα και πρέπει να αλλάξω μέθοδο.
- Το πλάτωμα απέναντι από το σπίτι μας είναι ιδανικό για πικνίκ.