πλάι

επίρρημα

1. Σε θέση που βρίσκεται πλησιέστερα προς την πλευρά ενός άλλου αντικειμένου, προσώπου ή χώρου σε σχέση με το κέντρο ή την εμπρόσθια/οπίσθια όψη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η καρέκλα είναι πλάι στο παράθυρο.
  • Κάθισε πλάι μου στο θέατρο.
  • Ήταν πάντα πλάι μου στις δύσκολες στιγμές.
  • Δούλεψαν πλάι-πλάι για να τελειώσουν το έργο.
  • Το σκυλί κοιμόταν πλάι της.