πλάγια
άλλο1. Που βρίσκεται ή κινείται προς τα πλάγια, όχι στην ευθεία ή στο κέντρο.
2. Που γίνεται ή τοποθετείται δίπλα σε κάτι, σε παράλληλη θέση ή κατεύθυνση.
3. Που αφορά δευτερεύον σημείο, όψη ή προσέγγιση ενός θέματος.
Συνώνυμα
παράπλευρα πλευρικά διαγώνια πλαϊνά πλαγίως έμμεσα παραπλεύρως παρασκηνιακά κρυφά ύπουλα πλάι παραδίπλα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έγειρε πλάγια για να περάσει από τη στενή πόρτα.
- Το βαρέλι κύλησε πλάγια στον λόφο.
- Κάθισε πλάγια στην καρέκλα και άπλωσε το χέρι του.
- Μίλησε πλάγια για να αποφύγει την άμεση απάντηση.
- Η βάρκα έγερνε λίγο πλάγια από τον αέρα.