περιέχω
ρήμα1. Κρατώ στο εσωτερικό μου ένα ή περισσότερα αντικείμενα, ουσίες ή στοιχεία, ώστε να βρίσκονται μέσα μου.
2. Έχω μέσα μου ως μέρος ή στοιχείο κάτι άυλο ή συγκεκριμένο (π.χ. ιδέα, πληροφορία, κεφάλαιο σε έργο), και έτσι αυτό αποτελεί τμήμα του συνόλου.
Συνώνυμα
εμπεριέχω έχω περιλαμβάνω συμπεριλαμβάνω ενσωματώνω χωράω φιλοξενώ κρατώ συγκαταλέγω συνέχω αγκαλιάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Περιέχω τρία βιβλία στην τσάντα μου.
- Περιέχω το όνομά μου στη λίστα των συμμετεχόντων.
- Περιέχω πρωτεΐνες και βιταμίνες, γι' αυτό το γεύμα είναι θρεπτικό.
- Περιέχω μέσα μου πολλές αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία.
- Περιέχω τους όρους της συμφωνίας στο έγγραφό μου.