περαστικός
επίθετο1. Που περνά προσωρινά από έναν τόπο ή κατάσταση, χωρίς να εγκαθίσταται ή να παραμένει.
2. Που έχει πρόσκαιρο, βραχύχρονο ή μη μόνιμο χαρακτήρα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένας περαστικός σταμάτησε για να ρωτήσει την ώρα.
- Η ευφορία ήταν περαστική, αλλά άφησε ένα ζεστό συναίσθημα.
- Ήταν ένα περαστικό σχόλιο χωρίς ιδιαίτερη σημασία.
- Η αρρώστια ήταν περαστική και σύντομα υποχώρησε.
- Οι περαστικοί σταμάτησαν να κοιτάξουν το ατύχημα από απόσταση.
- Έριξε ένα περαστικό βλέμμα και χάθηκε στο πλήθος.