περήφανος
επίθετο1. Που αισθάνεται έντονη ικανοποίηση και υψηλή αυτοεκτίμηση για τα επιτεύγματα, τα χαρακτηριστικά ή τη συμπεριφορά του ίδιου ή των οικείων του.
Συνώνυμα
υπερήφανος περηφανής υπεροπτικός αλαζόνας αλαζονικός αγέρωχος έπαρτος αυτοπεποίθητος κομπαστικός καυχησιάρης υψηλόφρων περιφανής επιδεικτικός μεγαλοπρεπής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι περήφανος για την κόρη μου που πέρασε τις εξετάσεις.
- Η μητέρα ήταν περήφανη για τον γιο της που κέρδισε το βραβείο.
- Οι γονείς είναι περήφανοι για την προσπάθεια των παιδιών τους.
- Δεν θέλω να φαίνομαι περήφανος, αλλά έκανα πολύ καλή δουλειά.
- Είμαστε περήφανοι που εκπροσωπούμε τη χώρα μας στο διαγωνισμό.
- Το άλογο στεκόταν περήφανο στο ηλιοβασίλεμα.