πενιχρότητα

ουσιαστικό

Κατάσταση ή ιδιότητα που χαρακτηρίζεται από μικρή ποσότητα, περιορισμένα μέσα ή ανεπαρκές αποτέλεσμα σε σχέση με το ζητούμενο ή το αναμενόμενο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πενιχρότητα του μισθού δεν αρκούσε για τα βασικά έξοδα.
  • Μας προκάλεσε λύπη η πενιχρότητα της βοήθειας που προσφέρθηκε.
  • Η πενιχρότητα των πόρων δεν επέτρεψε την υλοποίηση του έργου.
  • Παρά την πενιχρότητα των μέσων, κατάφεραν να συνεχίσουν την έρευνα.
  • Η πενιχρότητα του αποτελέσματος φάνηκε αμέσως μετά την ανακοίνωση.