πειραματισμός
ουσιαστικό1. Διεξαγωγή πειραμάτων και δοκιμών με σκοπό την απόκτηση νέας γνώσης, την επαλήθευση υποθέσεων ή τη βελτίωση μεθόδων, υλικών ή προϊόντων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πειραματισμός στο εργαστήριο οδήγησε σε νέα αποτελέσματα.
- Στην τέχνη, ο πειραματισμός με υλικά και μορφές δημιουργεί απρόσμενα έργα.
- Ο πειραματισμός στην κουζίνα του σεφ απέδωσε πρωτότυπες γεύσεις.
- Στην εκπαίδευση, ο πειραματισμός ενθαρρύνει την κριτική σκέψη των μαθητών.
- Ο πειραματισμός στην τεχνολογία συχνά απαιτεί επαναλήψεις και βελτιώσεις.