παραφορά

ουσιαστικό

1. Έντονη ψυχική διέγερση ή έξαψη που προκαλεί παρόρμηση και συχνά οδηγεί σε παροδική απώλεια αυτοσυγκράτησης.

2. Μεταφορά ή παρασυρμός στερεών υλικών από κινούμενο ρεύμα νερού ή αέρα, όπως η μετακίνηση ιζημάτων ή αντικειμένων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παραφορά του πλήθους έγινε αισθητή όταν μπήκε ο ομιλητής.
  • Στην παραφορά της στιγμής έπραξε χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες.
  • Η παραφορά του ανέμου μετέφερε την ομίχλη στην απέναντι όχθη.
  • Η παραφορά θερμότητας στο υγρό εξαρτάται από την ταχύτητα ροής.
  • Οι μουσικοί μπήκαν σε τέτοια παραφορά, που ξέχασαν να κάνουν διάλειμμα.