παρασιωπώ
ρήμα1. Δεν αναφέρω ή αποφεύγω να αναφέρω σκόπιμα ή από αμέλεια ένα γεγονός, λεπτομέρεια ή πληροφορία, ώστε να παραμείνει κρυφό ή να αλλοιωθεί η εικόνα της πραγματικότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη μαρτυρία μου δεν παρασιωπώ τίποτα από όσα συνέβησαν.
- Για να μην πληγώσω κανέναν, μερικές φορές παρασιωπώ λεπτομέρειες.
- Είναι ανήθικο να παρασιωπώ στοιχεία που αποκαλύπτουν κατάχρηση εξουσίας.
- Ο συνάδελφος μου πρότεινε να παρασιωπώ το λάθος για να μην δημιουργηθεί πανικός.
- Στην αναφορά προσπάθησα να μην παρασιωπώ κανένα σημαντικό στοιχείο.