παραλία

ουσιαστικό

Τμήμα της ακτής ή της όχθης όπου η ξηρά συναντά το νερό, συνήθως καλυμμένο με άμμο, βότσαλα ή πέτρες, όπου γίνεται πρόσβαση για κολύμπι, αναψυχή ή άλλες δραστηριότητες κοντά στο νερό.

Συνώνυμα

ακτή ακρογιαλιά ακρογιάλι γιαλός γυαλός αμμουδιά αιγιαλός όχθη προκυμαία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παραλία είναι γεμάτη κόσμο το καλοκαίρι.
  • Πήγαμε χθες στην παραλία για κολύμπι και ηλιοθεραπεία.
  • Η παραλία του νησιού έχει ψιλή, λευκή άμμο.
  • Μένουμε κοντά στην παραλία και ακούμε τα κύματα κάθε βράδυ.
  • Αν δεν μαζέψουμε τα σκουπίδια, η παραλία θα μολυνθεί.