παραβατικότητα
ουσιαστικό1. Η τάση ή κατάσταση κατά την οποία άτομα ή ομάδες παραβαίνουν κανόνες, νόμους ή αποδεκτές κοινωνικές συμπεριφορές.
2. Το επίπεδο συχνότητας ή έκτασης όπου εμφανίζονται παραβάσεις μέσα σε μια κοινωνική ομάδα, περιοχή ή θεσμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παραβατικότητα των ανηλίκων αυξήθηκε την τελευταία διετία.
- Τα μέτρα πρόληψης στο σχολείο στοχεύουν στη μείωση της παραβατικότητας.
- Η συστηματική έλλειψη ελέγχων προκάλεσε αύξηση της παραβατικότητας στις επιχειρήσεις.
- Η παραβατικότητα στους δρόμους, όπως οι παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., συμβάλλει στα ατυχήματα.
- Οι νέοι νόμοι στοχεύουν στην αντιμετώπιση της παραβατικότητας στον ψηφιακό χώρο.